πανάκεια

πανάκεια
η панацея

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "πανάκεια" в других словарях:

  • Πανακείᾳ — Πανακείᾱͅ , Πανάκεια universal remedy fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πανακείᾳ — πανακείᾱͅ , πανάκεια universal remedy fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πανάκεια — universal remedy fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πανάκεια — universal remedy fem nom/voc sg πανάκειον neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πανάκεια — Γενικό φάρμακο. Οι αρχαίοι Έλληνες και οι Ρωμαίοι θεωρούσαν ότι ορισμένα φυτά έχουν σχεδόν μαγικές ιδιότητες για τη θεραπεία διαφόρων ασθενειών και τους έδωσαν το όνομα π. Κατά τον Μεσαίωνα απέδιδαν αποτελεσματική δύναμη εναντίον οποιασδήποτε… …   Dictionary of Greek

  • πανάκεια — η (παν+άκος = γιατρειά), θεραπεία, θεραπευτικό μέσο για κάθε περίπτωση, θαυματουργό φάρμακο (κυριολ. και μτφ.): Παρουσιάζει την πρότασή του ως πανάκεια για την κακοδαιμονία της επιχείρησης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Πανακείας — Πανακείᾱς , Πανάκεια universal remedy fem acc pl Πανακείᾱς , Πανάκεια universal remedy fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πανακείας — πανακείᾱς , πανάκεια universal remedy fem acc pl πανακείᾱς , πανάκεια universal remedy fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πανάκει' — πανάκεια , πανάκεια universal remedy fem nom/voc sg πανάκειαι , πανάκεια universal remedy fem nom/voc pl πανάκεια , πανάκειον neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πανάκει' — Πανάκεια , Πανάκεια universal remedy fem nom/voc sg Πανάκειαι , Πανάκεια universal remedy fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Панацея Панакея — (Πανάκεια, Panacea) богиня, целительница всех болезней, считалась дочерью Асклепия (Эскулапа) и Эпионы и сестрой Язо, Эглы и Акезо. В Оропе был воздвигнут в честь ее алтарь …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»